Η άγνωστη αρχή στα 15, η πρώτη δισκογραφία και η πορεία που κράτησε πάνω από τρεις δεκαετίες
Γιώργος Μαζωνάκης: Από τη Νίκαια στις μεγάλες πίστες, η ζωή και η 30χρονη διαδρομή του
Ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1972 στη Νίκαια του Πειραιά και μεγάλωσε σε μια οικογένεια με καταγωγή από τη Σητεία της Κρήτης. Από τα εφηβικά του χρόνια είχε αποφασίσει ότι το τραγούδι δεν θα έμενε απλώς μια αγαπημένη του ενασχόληση, αλλά θα γινόταν η δουλειά της ζωής του.
Σήμερα, η πορεία του εκτείνεται σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, από το πρώτο του άλμπουμ το 1993 μέχρι τις μεταγενέστερες συνεργασίες και κυκλοφορίες του. Η δισκογραφία του περιλαμβάνει χρυσές και πλατινένιες κυκλοφορίες, ενώ τραγούδια του έχουν περάσει από διαφορετικές εποχές της ελληνικής ποπ και λαϊκής μουσικής.
Τα παιδικά χρόνια στη Νίκαια
Ο Μαζωνάκης μεγάλωσε στη Νίκαια και είχε από μικρός έντονη σχέση με τη μουσική. Στο σπίτι άκουγε λαϊκό τραγούδι, με φωνές όπως ο Στράτος Διονυσίου, η Μαρινέλλα, ο Γιάννης Πάριος και η Χάρις Αλεξίου, ενώ παράλληλα άκουγε ξένη μουσική και ιδιαίτερα ροκ. Έχει δύο αδελφές.
Σε συνέντευξή του έχει μιλήσει για τη γειτονιά όπου μεγάλωσε και για την απόφαση που πήρε από πολύ νωρίς να ακολουθήσει το τραγούδι. Σε ηλικία 15 ετών άρχισε να αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα αυτό που είχε ήδη αποφασίσει για τον εαυτό του.
Μάλιστα, ο ίδιος έχει περιγράψει πως το «Μουσικό Ρετιρέ» στη Νίκαια ήταν το μαγαζί που του έδωσε την πρώτη ευκαιρία. «Έβλεπα το “Μουσικό Ρετιρέ”, ένα μικρό κεντράκι εκεί στη Νίκαια, όπου μεγάλωσα, και στα μάτια μου φάνταζε η πιο εντυπωσιακή πίστα του κόσμου. Μπήκα μέσα και ζήτησα δουλειά!», έχει πει.
Από τις πίστες της Πάτρας στην πρώτη δισκογραφική συμφωνία
Μετά τα πρώτα του βήματα στη Νίκαια, ο Μαζωνάκης εμφανίστηκε σε νυχτερινά κέντρα της Πάτρας. Εκεί, το καλοκαίρι του 1992, τον εντόπισαν άνθρωποι της PolyGram, της εταιρείας που αργότερα συνδέθηκε με τη δισκογραφική του πορεία.
Η πρώτη του προσωπική δισκογραφική δουλειά κυκλοφόρησε το 1993 με τίτλο «Μεσάνυχτα και κάτι». Ένα χρόνο αργότερα ήρθε το «Με τα μάτια να το λες», με τραγούδια όπως «Ανήκω σε μένα», «Μη μου ζητάς» και «Τρεις το πρωί», που έδωσαν νέα ώθηση στην καριέρα του.
Το 1996 κυκλοφόρησε το «Μου λείπεις», ενώ ακολούθησε το 1997 το «Παιδί της νύχτας». Οι δύο αυτές κυκλοφορίες συνδέθηκαν με τραγούδια που παρέμειναν στο ρεπερτόριό του και ενίσχυσαν τη θέση του στη νυχτερινή διασκέδαση.
Η δεκαετία που διαμόρφωσε το προσωπικό του ύφος
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο Μαζωνάκης είχε ήδη δημιουργήσει μια αναγνωρίσιμη καλλιτεχνική ταυτότητα. Ακολούθησαν τα άλμπουμ «Μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο» το 1998 και «Αλλάξανε τα πλάνα μου» το 1999.
Το 2000 κυκλοφόρησε το «Κοίτα με», ενώ το 2001 ακολούθησε νέα έκδοση με διαφορετική προσέγγιση στον ήχο. Το 2003 ήρθε το «Σάββατο» και το 2004 το «μαζωLIVEνάκης».
Παράλληλα με τις ηχογραφήσεις, συνέχισε τις εμφανίσεις του σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας, ενώ πραγματοποίησε εμφανίσεις στην Ελλάδα, την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η σχέση με το λαϊκό τραγούδι
Παρά τις αλλαγές στον ήχο και την εικόνα του, ο Μαζωνάκης έχει επανειλημμένα τοποθετήσει το λαϊκό τραγούδι στον πυρήνα της καλλιτεχνικής του ταυτότητας.
Σε συνέντευξή του είχε μιλήσει και για τη σχέση του με το μπουζούκι, με αφορμή την ηχογράφηση του τραγουδιού «Ώρες Μικρές». Όπως είχε πει, η μελωδία του οργάνου τον έκανε να ξανασκεφτεί τη θέση του μπουζουκιού στη σύγχρονη μουσική και τη δυνατότητά του να συνομιλεί με το σήμερα.
Η συγκεκριμένη περίοδος συνδέθηκε με το άλμπουμ «Τα ίσια ανάποδα», που κυκλοφόρησε το 2010. Στον δίσκο υπήρχαν και τραγούδια με συνθέσεις του Τούρκου δημιουργού Fettah Can, γεγονός που αποτέλεσε μία ακόμη διεθνή μουσική συνεργασία στην πορεία του.
Από το «Σάββατο» στο «Τα ίσια ανάποδα»
Η δεκαετία του 2000 ήταν γεμάτη κυκλοφορίες και ζωντανές εμφανίσεις. Το «Summer in Greece» κυκλοφόρησε το 2006, ενώ ακολούθησαν τα «Τα όχι και τα ναι μου», «Revised» και «Τα ίσια ανάποδα».
Το 2012 κυκλοφόρησε το «Λείπει πάλι ο Θεός» και έναν χρόνο αργότερα παρουσιάστηκε η συλλογή «Με λένε Γιώργο: 20 χρόνια Γιώργος Μαζωνάκης», που αποτύπωνε τη διαδρομή των πρώτων δύο δεκαετιών του στη δισκογραφία.
Ακολούθησαν νέες δουλειές και singles, μεταξύ των οποίων το «Το παράξενο με μένα», το «Δε γουστάρω», το «Σώπα κι άκου», το «Αγαπώ σημαίνει» και το «Ένα θαύμα».
Η σκηνική εικόνα και η μόδα
Η μουσική δεν ήταν το μοναδικό στοιχείο που διαμόρφωσε τη δημόσια παρουσία του. Ο Μαζωνάκης συνδέθηκε από νωρίς με μια ιδιαίτερη αισθητική, με έντονα prints, διαφορετικές επιλογές στα ρούχα και εμφανίσεις που συχνά ξεχώριζαν από την εικόνα που επικρατούσε στις ελληνικές πίστες.
Ο ίδιος έχει εξηγήσει ότι η ενδυματολογική του εικόνα αποτελεί μέρος της συνολικής καλλιτεχνικής προσέγγισης και ότι συνεργάζεται με ανθρώπους της μόδας για κάθε διαφορετικό concept.
Η σχέση του με τη μόδα πέρασε και σε μεγαλύτερες διοργανώσεις. Έχει συμμετάσχει στο MadWalk, ενώ η παρουσία του στα Mad Video Music Awards περιλαμβάνει συνεργασίες με καλλιτέχνες διαφορετικών μουσικών χώρων, μεταξύ των οποίων οι Vegas και ο SNIK.
Στα Mad VMA έχει επίσης διακριθεί με βραβεία για το τραγούδι «Ώρες Μικρές» το 2021 και για το «Καλύτερο Τραγούδι της Χρονιάς» το 2022, σύμφωνα με το αρχείο του MAD.
Οι συνεργασίες και οι διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις
Ο Μαζωνάκης έχει συνεργαστεί με δημιουργούς διαφορετικών γενεών και μουσικών προσεγγίσεων. Ανάμεσα στα ονόματα που συνδέθηκαν με τη δισκογραφία του είναι ο Φοίβος και ο Σταμάτης Κραουνάκης, ενώ έχει συμμετάσχει και σε κινηματογραφικό soundtrack.
Το 2002 ερμήνευσε δύο τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη για το soundtrack της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου».
Η πορεία του περιλαμβάνει επίσης συνεργασίες με νεότερους καλλιτέχνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Το Gucci Φόρεμα» μαζί με τον SNIK στα Mad VMA του 2018.
Η προσωπική του σχέση με τη Νίκαια
Παρά την πολυετή παρουσία του στην Αθήνα και στα μεγαλύτερα νυχτερινά κέντρα, ο Μαζωνάκης έχει μιλήσει πολλές φορές για τη Νίκαια ως σημείο αναφοράς της ζωής του.
Σε συνέντευξή του στην Athens Voice είχε πει ότι από το κέντρο της Αθήνας δεν του λείπει κάτι συγκεκριμένο, αλλά αισθάνεται συχνά την απουσία της γειτονιάς. Μίλησε επίσης για την πρώτη του δουλειά, στα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, όταν ήταν μαθητής της Α΄ Λυκείου.
Η σύνδεση με τα πρώτα του χρόνια δεν έμεινε μόνο στις αναμνήσεις. Ο ίδιος έχει περιγράψει το ξεκίνημά του στο «Μουσικό Ρετιρέ» και την επιμονή με την οποία επέλεξε να εργαστεί από πολύ μικρός στη νυχτερινή διασκέδαση.